Κάθε χρόνο λέει να την παρατήσει, να σοβαρευτεί. Είναι και ο ανηφορικός πεζόδρομος, έχει καταντήσει γραφικός, να τη κουβαλά πάνω κάτω, ειδικά όταν κουβαλάει και τους φακέλους του και τα υπόλοιπα. Στην αρχή την είχε σαν παιχνίδι, μα μετά του ‘γινε βολική συνήθεια. Παρόλο που τα φοιτητικά του χρόνια είχαν περάσει και πάντα είχε κατά νου να πάρει μια μεγαλύτερη, τελικά την κράτησε και για τη δουλειά. Άλλωστε όλα στο κέντρο τα κάνει.
Βέβαια, ποτέ του δεν τη πρόσεχε και πολύ, κάτι μέσα του ήθελε μια μέρα να τα φτύσει τελείως, να λύθει σε χίλια ασυμμάζευτα κομμάτια όπως ο σκαραβαίος ο Χέρμπι στις ταινίες. Όμως αυτή, άμα εξαιρέσεις κάτι μικρές επισκευές -ένα φανάρι εδώ, μια μίζα εκεί- άντεχε ακόμη μετά από τόσο καιρό και κάθε χρόνο τον υποχρέωνε να πηγαίνει στην εφορία για να παίρνει το σήμα. Συχνά πυκνά χάζευε μηχανές μεγάλου κυβισμού στις αγγελίες και στα περιοδικά, φανταζόταν πως τις αγόραζε και κόντρα στον άνεμο έκανε το Αθήνα-Εκάλη σε δέκα λεπτά. Όχι πως είχε λόγο να πάει στην Εκάλη, αλλά πλέον κάθε φορά που βάζει τα κλειδιά να την ανάψει, κάνει ένα μικρό μορφασμό.
Θέλει να πιστεύει πως κάποτε ήταν το στυλάκι του, και τώρα ένα μετέωρο σύμβολο της στασιμότητάς του. Την αγαπά όμως, δε το κρύβει αλλά ούτε το βροντοφωνάζει. Το ξέρει πως κάποια μέρα, χρόνια από τώρα, θα του λείπει και αντί για μορφασμό, θα έχει πλέον ένα μικρό μειδίαμα. Έτσι το βλέπει. Προς το παρόν θα αρκεστεί να τη κουβαλάει πάνω κάτω στο πεζόδρομο της Θεμιστοκλέους.
Γράψτε ένα σχόλιο
Κανένα σχόλιο ακόμα.
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI


