Η μικρή του Μιχάλη

Κάθε χρόνο λέει να την παρατήσει, να σοβαρευτεί. Είναι και ο ανηφορικός πεζόδρομος, έχει καταντήσει γραφικός, να τη κουβαλά πάνω κάτω, ειδικά όταν κουβαλάει και τους φακέλους του και τα υπόλοιπα. Στην αρχή την είχε σαν παιχνίδι, μα μετά του ‘γινε βολική συνήθεια. Παρόλο που τα φοιτητικά του χρόνια είχαν περάσει και πάντα είχε κατά νου να πάρει μια μεγαλύτερη, τελικά την κράτησε και για τη δουλειά. Άλλωστε όλα στο κέντρο τα κάνει.

v_them_1

Βέβαια, ποτέ του δεν τη πρόσεχε και πολύ, κάτι μέσα του ήθελε μια μέρα να τα φτύσει τελείως, να λύθει σε χίλια ασυμμάζευτα κομμάτια όπως ο σκαραβαίος ο Χέρμπι στις ταινίες. Όμως αυτή, άμα εξαιρέσεις κάτι μικρές επισκευές -ένα φανάρι εδώ, μια μίζα εκεί- άντεχε ακόμη μετά από τόσο καιρό και κάθε χρόνο τον υποχρέωνε να πηγαίνει στην εφορία για να παίρνει το σήμα. Συχνά πυκνά χάζευε μηχανές μεγάλου κυβισμού στις αγγελίες και στα περιοδικά, φανταζόταν πως τις αγόραζε και κόντρα στον άνεμο έκανε το Αθήνα-Εκάλη σε δέκα λεπτά. Όχι πως είχε λόγο να πάει στην Εκάλη, αλλά πλέον κάθε φορά που βάζει τα κλειδιά να την ανάψει, κάνει ένα μικρό μορφασμό.

v_them_2

Θέλει να πιστεύει πως κάποτε ήταν το στυλάκι του, και τώρα ένα μετέωρο σύμβολο της στασιμότητάς του. Την αγαπά όμως, δε το κρύβει αλλά ούτε το βροντοφωνάζει. Το ξέρει πως κάποια μέρα, χρόνια από τώρα, θα του λείπει και αντί για μορφασμό, θα έχει πλέον ένα μικρό μειδίαμα. Έτσι το βλέπει. Προς το παρόν θα αρκεστεί να τη κουβαλάει πάνω κάτω στο πεζόδρομο της Θεμιστοκλέους.

Όλα είναι ιδέα

‘Έχω μια φοβερή ιδέα’ μου είπε κι εγώ αμέσως καρφώθηκα πάνω του, σαν μύγα σε μπαρπρίζ, γιατί αυτές τις δύο λέξεις τις βάζει μαζί σε μια πρόταση περίπου μια φορά το εξάμηνο, και τις περισσότερες φορές υπάρχει και η λέξη ‘δεν’ κάπου εκεί μέσα. Συνήθως, οι διάφορες ιδέες έρχονται σκόρπιες και ασυνάρτητες από εμένα, και τις συνοδεύω, με διάφορα άλλα επίθετα όπως γαμάτη, σατανική και απίστευτη για να την προστατεύσω από τη κακόβουλη κριτική άσχετων κρετίνων.

Όμως αυτή είναι όντως καλή, έχει ενδιαφέρον και έναν αέρα ρομαντικό άμα θες, και να ‘μαστε λοιπόν μέσα σε τρεις μέρες με blog, το πρώτο αυτό post, και καμιά τριανταριά θολές, κουνιστές και υποφωτισμένες φωτογραφίες στο σκληρό μου δίσκο να μου θυμίζουν πως άμα δεν σοβαρευτώ, αυτή η ιδέα είναι καταδικασμένη στην συνηθισμένη σε ‘μάς αποτυχία. Επιπλέον έχει τρελλαθεί το μάτι μου να τις βλέπω στο δρόμο και να μην προλαβαίνω να τις φωτογραφίσω, και προσπαθώ μάταια στο νου να καρφώσω τις τοποθεσίες τους.

Δρόμος, όλα είναι δρόμος λένε, ο κόσμος και τα τραγούδια, και στους δρόμους ξεχωρίζουμε ο καθένας κάτι με το δικό του μάτι. Για τώρα, με τα δικά μας μάτια βλέπουμε τα ξεφούσκωτα λάστιχα, τον αριστερό καθρέφτη, τη φαγωμένη σέλα, τη σκουριά πάνω στη συνήθως κόκκινη και στραπατσαρισμένη λαμαρίνα, τα θαμπά στρογγυλά φανάρια, τα χαλασμένα κοντέρ, τις βέσπες αγνώστων που θα τους κάνουμε γνωστούς. Λίγη φαντασία, λίγο ψέμα, θέλουμε να τις μάθουμε όλες, τις ακινητοποιημές και παρατημένες μέχρι και τις αστραφτερές που τα ανταλλακτικά έχουν στοιχίσει υπερβολικά, να αναρωτηθούμε το δικό τους δρόμο, και με μόνο καύσιμο τη διάθεση μας να βολτάρουμε πάνω του κάνοντας οχτάρια γύρω από πρόστυχα δίστιχα.

Βέσπες λοιπόν, στο δρόμο, στο πεζοδρόμιο, στο μυαλό. Να φεύγουν στη στροφή  και να χάνονται με το χαρακτηριστικό ντάκα ντάκα ντάκα στο ντούκου.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.